Ομάδες της δεκαετίας | Εθνική Ελλάδος 2004

665071_w2

Το Football Lab Analysis σε συμφωνία με το κορυφαίο site τακτικής Zonal Marking και με την έγκριση του ειδικού στην ανάλυση Michael Cox εξασφάλισε και σας παρουσιάζει για πρώτη φορά στα Ελληνικά τις «Ομάδες της δεκαετίας» (2000-2009).

Η κατάκτηση του Euro 2004 από πλευράς του Ελληνικού Εθνικού συγκροτήματος είναι ίσως το πιο εκπληκτικό γεγονός στην ιστορία του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Έχουν υπάρξει ξανά μεμονωμένα παιχνίδια με εκπλήξεις που πήγαιναν ενάντια στις πιθανότητες, λόγω συγκεκριμένων συνθηκών. Το 1-0 των Η.Π.Α εναντίον της Αγγλίας το 1950. Το 1-0 της Σενεγάλης εναντίον της Γαλλίας το 2002. Οι εκπλήξεις στο ποδόσφαιρο συμβαίνουν επειδή πρόκειται για ένα παιχνίδι με χαμηλή διακύμανση και επειδή η υπεροχή στη κατοχή δεν ισούται πάντα με γκολ.

Όμως ποτέ ξανά δεν κατάφερε μια ομάδα να κερδίσει ένα μεγάλο διεθνές τουρνουά όντας αουτσάιντερ. Με τα προγνωστικά  να είναι εις βάρος της 250 προς 1, και μην έχοντας κερδίσει ποτέ αγώνα σε τουρνουά  στην ιστορία της, η πορεία της Ελλάδας προς την κατάκτηση του Euro του 2004 είναι αδιαμφισβήτητα το μεγαλύτερο κατόρθωμα από πλευράς τακτικής της δεκαετίας.

Μπορεί να τους θυμάστε ως αρνητικούς, αμυνόμενους, αναξιόπιστους και με έλλειψη φαντασίας, αν θέλετε, αλλά αυτή ήταν η κυρίαρχη άποψη μόνο όταν η Ελλάδα έδειχνε πως θα κατακτούσε τη διοργάνωση. Στο παιχνίδι της πρεμιέρας, όταν κέρδισαν την Πορτογαλία, όλοι τους επαίνεσαν για το ποδόσφαιρό τους. Με πάσες ακριβείας, πλήθος παικτών να ξεχύνονται στην επίθεση, και γενικά με θετικό παιχνίδι, ο απροσδόκητης εξέλιξης πρώτος αγώνας συγκρίθηκε με την νίκη της Σενεγάλης δύο χρόνια νωρίτερα  και χαρακτηρίστηκε ως ένα φοβερό ξεκίνημα.

Αντικειμενικά, η Ελλάδα δεν έπαιξε τόσο φανταστικό ποδόσφαιρο στους αγώνες νοκ-άουτ, όμως οφείλουμε να την θαυμάσουμε για το πόσο αποτελεσματική ήταν η στρατηγική της.

  • Προημιτελικά ενάντια στην Γαλλία όπου κέρδισε 1-0 με κεφαλιά  μετά από σέντρα από τα δεξιά
  • Ημιτελικά ενάντια στην Τσεχία όπου κέρδισε 1-0 με κεφαλιά μετά από κόρνερ από τα δεξιά
  • Τελικός ενάντια στην Πορτογαλία όπου κέρδισε 1-0 με κεφαλιά μετά από κόρνερ από τα δεξιά

 Το να κερδίζεις την κάτοχο του τίτλου, την καλύτερη ομάδα του τουρνουά και την διοργανώτρια με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και με το ίδιο ακριβώς σκορ δεν συμβαίνει τυχαία. Συμβαίνει μετά από τεράστια τακτική σοφία και προσεκτικό σχεδιασμό του αγωνιστικού πλάνου ώστε να ταιριάζει σε κάθε παιχνίδι.

Αν θυμηθούμε το παιχνίδι της 6ης Οκτωβρίου του 2001, όπου στο 93ο λεπτό στο Ολντ Τράφορντ, ο Ντέιβιντ Μπέκαμ με μια μεγαλειώδη εκτέλεση φάουλ, έστειλε τη μπάλα στα δίχτυα σφραγίζοντας την απευθείας πρόκριση της Αγγλίας στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου εις βάρος της Γερμανίας, θα θυμηθούμε επίσης πως η Αγγλία  αντιμετώπιζε την Ελλάδα καθώς επίσης και ότι έπαιζε απαίσια, πασχίζοντας να δημιουργήσει ευκαιρίες όντας σε μειονεκτική θέση καθ’ όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Προφανώς δεν θα το θυμάστε, αλλά αυτό ήταν το πρώτο επίσημο παιχνίδι του Ότο Ρεχάγκελ ως τεχνικός της Εθνικής Ελλάδος. Το Ελληνικό Εθνικό συγκρότημα βρισκόταν σε κρίση αλλά το παιχνίδι έδειξε πως ο Ρεχάγκελ φαινόταν να ήξερε το πως η Ελλάδα θα μπορούσε να κερδίσει καλύτερες ομάδες, με το να εφαρμόσει αυστηρά ατομικά μαρκαρίσματα. Μπορεί να απέσπασαν μόνο την ισοπαλία, αλλά για μια ομάδα σε τόσο άσχημη κατάσταση όπως η Ελλάδα το αποτέλεσμα έγινε δεκτό σαν νίκη.

Για μια ομάδα που χαρακτηριζόταν ως συμπαγής και βαρετή, η Ελλάδα τα πήγε καταπληκτικά στην προσαρμογή του σχήματος της για να ταιριάξει στις απαιτήσεις των αντιπάλων της. Η μόνη τους σταθερή επιδίωξη ήταν να σιγουρευτούν πως διαθέτουν πάντα έναν επιπλέον παίκτη στην άμυνα. Εναντίον της Γαλλίας ξεκίνησαν με μια εναλλαγή μεταξύ τριών και τεσσάρων παικτών στην αμυντική τους γραμμή. Η Γαλλία έπαιζε με 2 επιθετικούς ενώ η Ελλάδα παρατάχτηκε με 2 αμυντικούς που μάρκαραν στενά και έναν λίμπερο. Ο Τρεζεγκέ έπαιζε κεντρικά ελεγχόμενος από τον Καψή, ο Ανρί κινούταν από τα αριστερά και γι αυτό ο δεξιός μπακ, Σεϊταρίδης τον πίεζε καθ όλη τη διάρκεια του αγώνα. Ο Φύσσας που έπαιζε ως αριστερός μπακ ήταν έτσι ελεύθερος να προωθείται, ενώ το αγωνιστικό πλάτος από την δεξιά πλευρά δημιουργούνταν από τον Ζαγοράκη. Την επόμενη μέρα, υπήρξε μια ποικιλία από ερμηνείες της Ελληνικής διάταξης από τις εφημερίδες. Αυτό ήταν και το ζητούμενο άλλωστε. Το σύστημα που χρησιμοποίησε η Ελληνική ομάδα περιελάμβανε αυστηρά ατομικά μαρκαρίσματα και κατ’ αυτόν τον τρόπο εξαρτιόνταν από τις κινήσεις των Γάλλων παικτών. Εφόσον οι πλευρές της Γαλλίας ήταν τόσο ανόμοιες, το ίδιο συνέβαινε και με την άμυνα της Ελλάδας.

Εν τω μεταξύ, καθώς η Ελλάδα έπαιζε με τέσσερις κεντρικούς μέσους, περιόριζε την ικανότητα της Γαλλίας να έχει την κατοχή της μπάλας. Η διάταξη που σχημάτιζε η Ελληνική ομάδα αποτελούνταν από επτά  αμυντικούς, αλλά τα σπρίντ του Φύσσα και του Ζαγοράκη ήταν που ουσιαστικά  δημιουργούσαν τις δυνατότητες για την επίτευξη των γκολ. Αυτό λοιπόν σήμαινε ότι οι Έλληνες έβγαιναν στην επίθεση με πέντε παίκτες οπότε και δεν μας προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Ζαγοράκης επιχείρησε τη σέντρα για το μοναδικό γκολ της Ελληνικής ομάδας.

greece3

Διατήρησαν ένα παρόμοιο σχηματισμό και στον αγώνα ενάντια στην Τσεχία, η οποία και αυτή παρατάχθηκε με δύο επιθετικούς. Παρόλο που οι επιθετικές ευκαιρίες των Τσέχων ήταν αριθμητικά ανώτερες από αυτές της Ελληνικής ομάδας, η τελευταία κατάφερε να κάνει το ίδιο κόλπο, με την κεφαλιά του Δέλλα να εξασφαλίζει την πρόκριση.

Έπειτα, αντιμετώπισαν μία τελείως διαφορετική πρόκληση ενάντια στην Πορτογαλία στον τελικό. Η Πορτογαλία παρατάχθηκε με σύστημα 4-2-3-1 με τον Παουλέτα ως μόνο επιθετικό, πράγμα που σήμαινε πως εάν οι Έλληνες έπαιζαν με τρεις αμυντικούς, θα είχαν μεν υπεροπλία στην άμυνα, αλλά θα ήταν αδύναμοι είτε στο κέντρο του γηπέδου, είτε στις πτέρυγες όπου και οι Πορτογάλοι πλάγιοι μπακ έψαχναν ευκαιρία να κινηθούν προς τα εμπρός. Έτσι, ο Ρεχάγκελ άλλαξε το σύστημα σε ένα πιο παραδοσιακό τεσσάρων αμυντικών, κρατώντας παράλληλα και έναν παραπάνω παίκτη στα μετόπισθεν. Οι ακραίοι αμυντικοί μάρκαραν τον Φίγκο και τον Ρονάλντο σχετικά ψηλά στο γήπεδο. Ισοστάθμισαν τους Πορτογάλους με τρεις εναντίον τριών παικτών στο κέντρο με τους Μπασινά και Κατσουράνη να διατηρούν τις θέσεις τους και με τον Ζαγοράκη να έχει κάποιου είδους επιθετική παρουσία. Ωστόσο, εμφανής ήταν η έλλειψη της ποδοσφαιρικής ποιότητας του τιμωρημένου Γιώργου Καραγκούνη και σπάνια απείλησαν δημιουργώντας ευκαιρίες σε ανοιχτό παιχνίδι.

Στη γραμμή κρούσης, ο Βρύζας έπαιζε ως μοναδικός επιθετικός κρατώντας την μπάλα ψηλά, ενώ παράλληλα υποστηρίζονταν από δύο παίκτες. Τον Στέλιο Γιαννακόπουλο, ένα κλασικό εξτρέμ που έπαιζε στη γραμμή και κρατούσε πίσω το επικίνδυνο δεξί μπακ των Πορτογάλων Μιγκέλ. Στην απέναντι πλευρά ο πλάγιος μπακ Νούνο Βαλέντε αποτελούσε μικρότερη απειλή. Έτσι, ο Άγγελος Χαριστέας, (που έπαιζε πιο πολύ ως επιθετικός) έτεινε να κινείται στα πλάγια του γηπέδου αλλά γινόταν παράλληλα και επιθετικός όταν η Ελληνική ομάδα είχε την κατοχή της μπάλας με το αγωνιστικό πλάτος από τη δεξιά πτέρυγα να προσφέρεται από τον εξαιρετικό Σεϊταρίδη.

Μπορούσαν να το ξανακάνουν; Φυσικά και μπορούσαν. Ο Χαριστέας ήταν και πάλι ο ήρωας με τους Πορτογάλους να αδυνατούν να κάμψουν την Ελληνική αμυντική λειτουργία. Στα τελευταία 15 λεπτά του αγώνα, ο Γιαννακόπουλος αντικαταστάθηκε από τον Στέλιο Βενετίδη, ένα κλασικό αριστερό μπακ, και η Ελλάδα θωράκισε αποτελεσματικά με οκτώ αμυντικογενείς ποδοσφαιριστές την περιοχή της. Ο Πορτογάλος τεχνικός Φελίπε Σκολάρι, δεν έδειξε να εστιάζει στο γεγονός ότι η Ελλάδα έπαιζε με έναν επιπλέον παίκτη στην άμυνα. Μια προσέγγιση με δύο επιθετικούς μπορεί να δημιουργούσε προβλήματα. Αντί να αλλάξει όμως τον σχηματισμό της ομάδας του προτίμησε απλά να αντικαταστήσει τον Παουλέτα με τον Νούνο Γκόμες.

greece4

Δεν είναι πολλές οι ομάδες που αλλάζουν εύκολα τους τρεις αμυντικούς σε τέσσερις, και οι πιο πολλοί τεχνικοί θα εμμένανε στην συνταγή της επιτυχίας, έχοντας αποκλείσει τους Γάλλους και τους Τσέχους. Όμως πρέπει να αλλάζεις την σύνθεση της ομάδας που κερδίζει αν οι συνθήκες το επιβάλλουν. Έτσι, ο Ρεχάγκελ πίστευε ότι ως αουτσάιντερ, η Ελλάδα έπρεπε να προσαρμόζει το σχηματισμό της ανάλογα με αυτόν του αντιπάλου.

Ο Ρεχάγκελ επέμενε στα δύο κύρια συστατικά κάθε επιτυχημένου τακτικού σχεδιασμού:

Πρώτον, επένδυσε στα δυνατά σημεία της δικής του ομάδας. Είχαν σταθερούς και αξιόπιστους αμυντικούς και ένα σκληρά εργαζόμενο κέντρο με λίγο επιθετικό ταλέντο. Το να έπαιζαν ανοιχτό ποδόσφαιρο θα ήταν σκέτη αυτοκτονία. Αμυνόντουσαν σθεναρά, έβγαιναν στην αντεπίθεση με ταχύτητα σε υπεραριθμία, ενώ η τακτική τους στις στημένες φάσεις ήταν υποδειγματική.

Δεύτερον, άλλαξε την ομάδα του προκειμένου να εξουδετερώσει την δυναμικότητα των αντιπάλων και να περιορίσει την αποτελεσματικότητα τους. Το σύστημα ενάντια στην Γαλλία και στη Τσεχία δεν θα είχε λειτουργήσει ενάντια στην Πορτογαλία και αντιστρόφως.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο μεγιστοποίησε τη δυναμικότητα της Ελλάδος και εκμηδένισε τα ατού των αντιπάλων του, προκαλώντας έτσι τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του ποδοσφαίρου και σε επίπεδο Εθνικών ομάδων, λόγος και για τον οποίον η Ελλάδα βρίσκετε στην πρώτη θέση της λίστας με τις κορυφαίες ομάδες της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα.